Η Ελλάδα βρίσκεται σε έντονο καθοδικό ρυθμό μείωσης του πληθυσμού της από το 2011, οπότε και καταγράφηκε αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων για πρώτη φορά μετά την περίοδο της Κατοχής του 1944! Με βάση στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθυσμός στη χώρα μας αναμένεται να φτάσει τα 8 εκατ. το 2050, με βάση ένα συντηρητικό σενάριο. Το πιο δυσοίωνο μήνυμα, όμως, συνοψίζεται στη βαθιά γήρανση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες, καθώς προβλέπεται ότι το 36% των κατοίκων της Ελλάδας το 2050 θα είναι άνω των 65 ετών. Το ποσοστό αυτό αποτελεί ρεκόρ για τη χώρα μας, αν ληφθεί υπόψη ότι τη δεκαετία του ΄70 ήταν 6% και στις μέρες μας υπολογίζεται στο 18-20%.

Προφανώς το δημογραφικό αποτέλεσε και αποτελεί  φαινόμενο σε πολλές χώρες του Δυτικού Κόσμου και συσχετίζεται με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, με πολιτισμικές, κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Είναι γνωστά αυτά,  παρά ταύτα στη χώρα μας το ζήτημα έχει λάβει υπερβολικά ανησυχητικές διαστάσεις.  Αυτό οφείλεται και σε αμιγώς «ελληνικούς παράγοντες»…

Οικονομική κρίση! Η οικονομική κρίση προφανώς ενίσχυσε πολύ πιο έντονα την τάση μείωσης του πληθυσμού στη χώρα. Η οικονομική ανασφάλεια αλλά και ο περιορισμός  των κοινωνικών πολιτικών κατά τις μνημονιακές περιόδους  αποτέλεσαν αποτρεπτικό παράγοντα για την   απόκτηση παιδιών σε πολλά νέα ζευγάρια στη χώρα μας.

Έλλειψη νοσοκομειακών και μαιευτικών υποδομών (ιδίως στην Περιφέρεια). Λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής δομής της Ελλάδας και σε συνδυασμό με τη ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ήταν πολύ δύσκολη η παροχή ικανοποιητικών εξειδικευμένων μαιευτικών και γυναικολογικών υπηρεσιών σε όλες τις περιοχές της χώρας. Καθώς υπάρχει σημαντική συγκέντρωση εξειδικευμένων υποδομών και υπηρεσιών υγείας στις μεγάλες πόλεις και μεγάλη έλλειψη στην περιφέρεια και τις ακριτικές περιοχές, υπάρχει δυσκολία πρόσβασης στις υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κρυμμένα κόστη σε ένα ικανοποιητικό δημόσιο σύστημα υγείας, όταν απαιτούνται μεταφορές και διαμονές.

BrainDrain! Η εξερχόμενη μετανάστευση  επιδεινώνει το πρόβλημα, αφαιρώντας σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της χώρας σε αναπαραγωγική ηλικία που υπολογιζόταν περίπου σε 400.000 νέους από το 2011. Με τη συμμετοχή και του μεταναστατευτικού ισοζυγίου, δηλαδή την εξερχόμενη μετανάστευση να υπερβαίνει την εισερχόμενη, σύμφωνα με στοιχεία του Ιανουαρίου 2018, ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 381.835 κατοίκους την περίοδο 2011-2018.

Ο κατάλογος των διαπιστώσεων είναι μακρύς… Έλλειψη ουσιαστικής φροντίδας και στήριξης στις νέες μητέρες, απουσία ολοκληρωμένου συστήματος δημόσιων δομών βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών που καλύπτει τον πληθυσμό, ελλειψη ουσιαστικής στήριξης σε νέες οικογένειες (κοινωνική πολιτική στον τομέα της στέγασης κλπ).

Οι χαμηλοί δείκτες γεννητικότητας φαίνεται ότι αποφέρουν και οικονομικό αντίκτυπο, επηρεάζοντας αρνητικά και δημοσιονομικά στοιχεία, όπως το ΑΕΠ μιας χώρας. Από την μελέτη “The Effect of Population Aging on Economic Growth, the Labor Force and Productivity” του National Bureau of Economic Research (ΗΠΑ) έχει προκύψει ότι η μείωση του ρυθμού γονιμότητας και η αύξηση του πληθυσμού άνω των 60 ετών κατά 10%, μειώνει τον ρυθμό αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 5,5%. Αντίστοιχα, μια ενδεχόμενη αύξηση του δείκτη γονιμότητας κατά μία ποσοστιαία μονάδα, προβλέπεται να αυξήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 2%, πληροφορία εξαιρετικής σημασίας για μία χώρα που επιδιώκει ταυτόχρονα την επίλυση του δημογραφικού προβλήματος και την επανένταξη σε αναπτυξιακή τροχιά. Με την αύξηση του πληθυσμού μπορεί να επιτευχθεί βελτίωση και άμεση ανάπτυξη σε όλες τις δομές της οικονομίας (κατανάλωση, λιανικό εμπόριο, αγορά κατοικίας κ.α.).

Η ολόπλευρη στήριξη από την πολιτεία είναι αναγκαία. Αυτό σημαίνει ότι οι επιδοματικές πολιτικές θα πρέπει να ενισχύονται και να συμπληρώνονται από πολιτικές για την εναρμόνιση οικογενειακής/προσωπικής και εργασιακής ζωής, από εξασφαλίσεις σε περίπτωση απώλειας εργασίας απέναντι στον κίνδυνο της φτώχειας των νοικοκυριών, με ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (οι οποίες θα συμβάλλουν και στην ανάσχεση της μετανάστευσης του επιστημονικού δυναμικού της χώρας), με στοχευμένες πολιτικές για τον μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό που θα επιδιώκουν την πρόληψη και εξάλειψη του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και με πολιτικές για την εξάλειψη των έμφυλων ανισοτήτων και διακρίσεων στην αγορά εργασίας και στον ιδιωτικό/ οικογενειακό βίο. Παράλληλα θα πρέπει να εξεταστούν πιο επισταμένα και να σχεδιαστούν πολιτικές για την ενεργητική και υγιή γήρανση.

Σε κάθε περίπτωση αποτελεί άμεση υποχρέωση του Κράτους η  άσκηση ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής για τα νέα ζευγάρια που θέλουν να αποκτήσουν παιδιά.

Ενδεικτικά μέτρα

  • Υποστήριξη μέσω επιδομάτων από το πρώτο παιδί.
  • Πολιτικές ενθάρρυνσης νέων ζευγαριών που θέλουν να κάνουν παιδιά με παράλληλη στήριξη στην εκπαίδευση και  την εργασία.
  • Ολοκληρωμένη πολιτική ενίσχυσης για την απόκτηση στέγης  σε νέα ζευγάρια
  • Πλήρης προστασία της πρώτης κατοικίας.
  • Διευρυμένη παροχή δωρεάν και επιδοτούμενης φροντίδας των παιδιών προσχολικής ηλικίας.
  • Εισαγωγή νέων δομών, όπως ο θεσμός των βοηθών μητέρων.
  • Παροχή ιατρικών υπηρεσιών(σε περιπτώσεις κατοίκων ακριτικών και απομακρυσμένων περιοχών από τα αστικά κέντρα).
  • Δημιουργία δημοσίων χώρων που θα είναι φιλικοί προς τους νέους γονείς και τα παιδιά τους.

Η αναγκαιότητα ανάπτυξης ενός αποτελεσματικού κράτους πρόνοιας, παραμένει ικανή συνθήκη για την αντιμετώπιση -εκτός των άλλων (κοινωνική συνοχή)- και του «δημογραφικού προβλήματος». Το πιο κρίσιμο είναι η ύπαρξη μιας κεντρικής οριζόντιας πολιτικής για το δημογραφικό ζήτημα. Με άλλα λόγια η ανάγκη συντονισμού, συμπληρωματικότητας-συνέργειας των διάφορων πολιτικών (δημογραφικής, οικογενειακής, κοινωνικής, οικονομικής, μεταναστευτικής, ισότητας των δυο φύλων…) για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Δυστυχώς τα μέτρα που λαμβάνονται κατά καιρούς μπορεί να είναι θετικά αλλά δεν αποδίδουν λόγω του αποσπασματικού χαρακτήρα τους. Το Δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας και της χώρας. Αποτελεί υποχρέωση όλων των κομμάτων, των φορέων της κοινωνίας των πολιτών  να σχεδιάσουμε και να εφαρμόσουμε από κοινού ένα ολιστικό σχέδιο αντιμετώπισης του δημογραφικού ζητήματος. Τα παραδείγματα αντίστοιχης διαχείρισης σε χώρες όπως η Γαλλία και η Σουηδία που βρέθηκαν αντιμέτωπες με δημογραφικό πρόβλημα τη δεκαετία του ’70, υποδεικνύουν ότι μέσω κεντρικού συντονισμού και παρακολούθησης των εφαρμοζόμενων πολιτικών, είναι πιο εφικτή  η ανάσχεση της πορείας γήρανσης και μείωσης του πληθυσμού.

*Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι βουλευτής στη Β1 εκλογική περιφέρεια Βορείου τομέα Αθηνών, τομεάρχης Εσωτερικών