Τι ωραίος τίτλος: «Σύστημα στοχοθεσίας, αξιολόγησης και ανταμοιβής για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις για το ανθρώπινο δυναμικό του δημοσίου τομέα». Ποια είναι όμως η πραγματικότητα; Εκθέσεις ιδεών και προεκλογικές υποσχέσεις για μπόνους σε εκλεκτούς.

Ο υπουργός Εσωτερικών κ. Βορίδης παρουσίασε σε σχετική συνέντευξη Τύπου το νέο νομοσχέδιο για την αξιολόγηση στο Δημόσιο. Το νομοσχέδιο θα μπορούσε να είναι απλώς ένα προβληματικό νομοσχέδιο. Δυστυχώς, αρκεί μια απλή ανάγνωσή του για να καταλάβει κανείς ότι δεν είναι απλώς προβληματικό, αλλά επικίνδυνο εγχείρημα.

Είναι προβληματικό για μια σειρά λόγους:

* Πρώτα από όλα, αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται στα νομικά κείμενα, βρίθει από αόριστες έννοιες, τις οποίες επιχειρεί να εξηγήσει, σαν να πρόκειται για έκθεση ιδεών και όχι για σύνολο κανόνων δικαίου. Η λεξιλογική αυτή φλυαρία, που ίσως θα μπορούσε να περιλαμβάνεται στην αιτιολογική έκθεση, δεν έχει σχέση με τη λιτότητα και τη διαύγεια που οφείλει να χαρακτηρίζει ένα κείμενο τυπικού νόμου. Αντίθετα, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα γενικό πλαίσιο που δεν μπορεί να θεωρηθεί διάταξη, αλλά παραδιοικητικό νεφέλωμα που περιβάλλει τις ούτως ή άλλως προβληματικές διοικητικές διαδικασίες που εισάγει. Επιπρόσθετα, η προσπάθεια πιστής αντιγραφής επιχειρηματικών πρακτικών και αντίστοιχων όρων καταδεικνύει ότι οι συντάκτες της πρότασης δεν έχουν απολύτως καμία ιδέα για την πραγματικότητα και τις ιδιαιτερότητες, πρακτικές και θεσμικές λειτουργίες της δημόσιας διοίκησης.

* Ένα ακόμη, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο που καθιστά προβληματικό το σύστημα αξιολόγησης που εγκαθιδρύει είναι ο βαθιά αντιδημοκρατικός χαρακτήρας του στη διαδικασία καθορισμού της στοχοθεσίας, όπου ακολουθείται το μοντέλο «top down» χωρίς καμία εμπλοκή και συμμετοχή των υπαλλήλων. Εκτός από την αυταρχική του διάσταση, που δεν μας εκπλήσσει ιδιαίτερα, το μοντέλο αυτό παραγνωρίζει την πολύτιμη γνώση και εμπειρία των στελεχών του διοικητικού πεδίου, που μετατρέπονται σε κομπάρσους σε μια διαδικασία απαιτητική από τη φύση της, που θα έπρεπε να είναι βαθιά συμμετοχική ώστε να μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας.

* Επιπλέον, δημιουργεί μια σειρά από νέες διαδικασίες, που θα δημιουργήσουν μια εσωτερική γραφειοκρατία εσωστρέφειας, η οποία είναι βέβαιο ότι θα καταναλώσει πολύτιμους διοικητικούς πόρους, αποσπώντας τους έτσι από την ουσιαστική λειτουργία κάθε υπηρεσίας αφού θα λειτουργεί παράλληλα με αυτήν. Προβλέπεται ακόμη και η δημιουργία νέων θέσεων («Σύμβουλος ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού»), με μια σειρά γενικών και αμφιλεγόμενων αρμοδιοτήτων, όπως η παροχή συμβουλών, μεταξύ άλλων για «διαδρομές μάθησης».

* Το πλέον ωστόσο προβληματικό σημείο είναι οι προβλέψεις για «Σύστημα κινήτρων και ανταμοιβής υπαλλήλων». Σύμφωνα με αυτό, ο εκάστοτε διευθυντής ορίζει τους υπαλλήλους «οι οποίοι εμπλέκονται άμεσα στην υλοποίηση των ανωτέρω στόχων και είναι επιλέξιμοι για την καταβολή της επιπλέον ανταμοιβής». Λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι η αμοιβή αυτή μπορεί να φτάνει και σε ύψος δύο μισθών ετησίως, εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι πρόκειται για ρύθμιση η οποία αφήνει ορθάνοιχτο παράθυρο για πελατειακές, αναξιοπρεπείς, αναξιοκρατικές και ευνοιοκρατικές ρυθμίσεις, οι οποίες, αν εφαρμοστούν, θα λειτουργήσουν διαλυτικά για τη συνοχή των δημοσίων υπηρεσιών.

Θα αναρωτηθεί κανείς: Είναι κακό να υπάρχει ανταμοιβή των υπαλλήλων που διακρίνονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους; Προφανώς όχι. Όμως η έλλειψη των αναγκαίων δικλίδων αντικειμενικότητας και διαφάνειας και η απόλυτη εξουσία που δίνεται σε διευθυντές, οι οποίοι προφανώς θα λειτουργούν ως εντολοδόχοι της πολιτικής εξουσίας (στον ΕΦΚΑ π.χ. θα είναι μετακλητοί…), να καθορίζουν το ποιοι συνάδελφοί τους θα λαμβάνουν «ανταμοιβή», αντιστρέφει κάθε έννοια διοικητικής επιστήμης αλλά και ηθικών αρχών και θα μετατρέψει τη δημόσια διοίκηση σε πεδίο δοσοληψίας και αυθαιρεσίας. Σε μια εποχή πρωτοφανούς ακρίβειας και εκρηκτικού πληθωρισμού, όπου οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων παραμένουν καθηλωμένοι και συνολικά το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων συρρικνώνεται, η κυβέρνηση υπόσχεται μπόνους προεκλογικού τύπου και με αδιαφανή κριτήρια. Αλήθεια, ποιος μπορεί να εμπιστευθεί μια κυβέρνηση η οποία δεν φρόντισε ούτε για τη μισθολογική αναβάθμιση του προσωπικού του ΕΣΥ μέσα στην πανδημία;

Νομοσχέδιο – μνημείο διάλυσης

Είναι η κυβέρνηση αποφασισμένη να προχωρήσει σε αξιοκρατικές κρίσεις προϊσταμένων στη δημόσια διοίκηση και στη θέσπιση πραγματικά αντικειμενικών διαδικασιών για τη χορήγηση των σχετικών «μπόνους»; Ρητορικό το ερώτημα, καθώς στο ίδιο το κείμενο του σχεδίου νόμου εισάγονται για μια ακόμη φορά πελατειακές ρυθμίσεις, όπως αυτή με την οποία παρέχεται η δυνατότητα σε υπαλλήλους που αποσπώνται στο ΕΚΔΔΑ να τοποθετούνται ως προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων του φορέα, έναντι των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων. Αλήθεια, δεν είναι ικανοί οι υπάλληλοι του ΕΚΔΔΑ για τις θέσεις των προϊσταμένων; Τι πελατειακά παιχνίδια ετοιμάζει πάλι ο κ. Βορίδης;

Υπάρχει ωστόσο στο νομοσχέδιο αυτό και κάτι εξαιρετικά θετικό: Δεν πρόκειται να εφαρμοστεί. Όχι μόνο γιατί αυτό αποτελεί την πάγια πρακτική του κ. Βορίδη. Ψηφίζει νομοσχέδια με μεγαλεπήβολους τίτλους, τα οποία δεν εφαρμόζει ποτέ. Ακόμη αναμένουμε την εφαρμογή του νόμου για την επιλογή των διοικήσεων των οργανισμών του Δημοσίου, ακόμη περιμένουμε την ουσιαστική εφαρμογή του συστήματος επιλογής προϊσταμένων, ακόμη περιμένουμε την εφαρμογή του νόµου για την τηλεργασία και το Π.Δ. για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ακόμη περιμένουμε την εφαρμογή του νέου συστήματος προσλήψεων στο Δημόσιο…

Αλλά, κυρίως, διότι αυτή η κυβέρνησή οδεύει προς το τέλος της κάτω από το βάρος των καταστροφικών πολιτικών και επιλογών της. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο θα μείνει μόνο ως μνημείο απόπειρας διάλυσης του διοικητικού μηχανισμού και καταρράκωσης του ηθικού των στελεχών, που κανένα «κείμενο σφυγμού» δεν θα καταγράψει. Η επόμενη, προοδευτική κυβέρνηση της χώρας έχει ούτως ή άλλως τεράστιο έργο μπροστά της για τον γενναίο εκδημοκρατισμό της δημόσιας διοίκησης και τη δημιουργία ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού δημόσιου τομέα.

* Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι τομεάρχης Εσωτερικών, βουλευτής στη Β1 εκλογική περιφέρεια Βορείου Τομέα Αθηνών

** Ο Γρηγόρης Θεοδωράκης είναι πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης