Ο υπουργός Εργασίας στο πλαίσιο ενημέρωσης για το νέο εργασιακό νομοσχέδιο,  προανήγγειλε την κατάργηση του ΣΕΠΕ και τη ίδρυση Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας. Να θυμίσουμε ότι το ΣΕΠΕ είχε αναβαθμιστεί επί κυβέρνησης ΣΥΡIΖΑ και επιτέλεσε ιδιαίτερα σημαντικό έργο σε μια κρίσιμη περίοδο για τη χώρα.  Σε αντίθεση η κυβέρνηση της ΝΔ με το καλημέρα το υποβάθμισε και το απαξίωσε, καθιστώντας τη  λειτουργία του  απολύτως αναποτελεσματική.

Άραγε είναι ειλικρινείς οι προθέσεις της της κυβέρνησης; Αναγνώρισε μήπως το λάθος της και επιδιώκει πραγματικά τη δημιουργία ενός ισχυρού  ανεξάρτητου φορέα που θα ασκεί με αποτελεσματικότητα τις κρίσιμες αρμοδιότητες  ελέγχου της τήρησης της εργασιακής νομοθεσίας; Τα πεπραγμένα της κυβέρνησης του κ.  Μητσοτάκη δυστυχώς δεν  αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Όπως αναδείχθηκε και από σχετικά δημοσιεύματα  (βλ.  ΕφΣυν/9-5-2021 «Η άλωση των Ανεξάρτητων Αρχών») η κυβέρνηση της ΝΔ επιδιώκει σταθερά και απροκάλυπτα τον πλήρη έλεγχο,  την απόλυτη χειραγώγηση των Ανεξάρτητων Αρχών.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;

·           Την υποτίθεται ανεξάρτητη Εθνική Αρχή Διαφάνειας, στην οποία τοποθετήθηκε Διοικητής ο κ. Μπίνης, άνθρωπος του στενού περιβάλλοντος του πρωθυπουργού και η οποία, από υπηρεσία ελέγχου της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης έχει μετατραπεί σε υπηρεσία ελέγχου sms και λοιπών δικαιολογητικών στο πλαίσιο των μέτρων αποφυγής της εξάπλωσης του covid 19;

  • Την αντιδημοκρατική καθαίρεση της διοίκησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού μέσω  της θέσπισης εκ των υστέρων αναδρομικών κωλυμάτων και ασυμβιβάστων;
  • Την πρόσφατη τροπολογία για την Αρχή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος, μέσω της οποίας η κυβέρνηση παρακάμπτει τον ορισμό του επικεφαλής της Αρχής από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο καθώς και την υποχρέωση επιλογής μεταξύ εν ενεργεία εισαγγελικών λειτουργών, για να μπορεί να ορίζει πρόσωπο κυβερνητικής προτίμησης;

Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός, ότι οι πλέον προκλητικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης αφορούν στις αρχές που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ελέγχου της οικονομικής δραστηριότητας και της τήρησης των κανόνων ανταγωνισμού τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα με ότι αυτό συνεπάγεται.

Όμως και τις υπόλοιπες Ανεξάρτητες Αρχές η κυβέρνηση τις αγνοεί προκλητικά και τις απαξιώνει συστηματικά. Τα παραδείγματα πολλά:

Πόσο  ενδιαφέρθηκε  η κυβέρνηση για τις  σοβαρές επιφυλάξεις και παρατηρήσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, για το θέμα της τηλεκπαίδευσης και τον κίνδυνο διαρροής προσωπικών δεδομένων εκπαιδευτικών και μαθητών;

Πόσο σοβαρά ασχολήθηκε η κυβέρνηση με τις προτάσεις της επιτροπής Αλιβιζάτου, για  ενίσχυση του Συνηγόρου του Πολίτη,  ώστε να μπορέσει να ασκήσει ουσιαστικά τον ρόλο του μηχανισμού διερεύνησης της αστυνομικής αυθαιρεσίας;

Ποιο ενδιαφέρον επέδειξε η  κυβέρνηση για το πόρισμα της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών, με το οποίο η αρχή έκρινε αντισυνταγματική και αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διάταξη της κυβέρνησης,  με την οποία γίνεται αποδεκτή η χρήση ηχογραφημένων συνομιλιών που αφορούν κακουργήματα;

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: H  κυβέρνηση επί δυο χρόνια επιδίδεται σε μια διαρκή και απροκάλυπτη  προσπάθεια υποβάθμισης,  ελέγχου και χειραγώγησης  των Ανεξάρτητων Αρχών. Δεν πείθει κανέναν η εξαγγελία του κ. Χατζηδάκη για δημιουργία Ανεξάρτητης Επιθεώρησης Εργασίας. Πρόκειται για ένα ακόμη επικοινωνιακό πυροτέχνημα διαφυγής  μπροστά στην γενική κατακραυγή για το αντεργατικό νομοσχέδιο που προωθούν. Και ενδεχομένως,  μια εξασφάλιση μέσω του διορισμού κάποιου κολλητού (όπως συνέβη  στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας) ότι θα εξασφαλιστεί η ασυλία  και το ακαταδίωκτο επιχειρηματικών συμφερόντων που στηρίζουν τη ΝΔ.   Μην ξεχνάμε την υπονόμευση της ανεξαρτησίας της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.)  από τον υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων κ. Άδωνι Γεωργιάδη με τον επικεφαλής της με την «κουμπαριά» τους.

Ο ρόλος των Ανεξάρτητων Αρχών είναι ιδιαίτερα κρίσιμος. Η ίδρυση και λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών συνδέεται με την όσο το δυνατόν αδέσμευτη  από κομματικές και διοικητικές εξαρτήσεις, ρύθμιση κρίσιμων πεδίων της διοικητικής δραστηριότητας. Παρά ταύτα στην Ελληνική πραγματικότητα η λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών συνοδεύεται από κάποιους εύλογους   προβληματισμούς.

Ένας βασικός προβληματισμός  αφορά στο πλήθος των ανεξάρτητων αρχών.  Αυτή τη στιγμή λειτουργούν στη χώρα μας πάνω από 30 ανεξάρτητες αρχές. Είναι λογικός ο αριθμός; Μήπως έχει βάση η κριτική που ασκείται από διάφορους κύκλους και υποστηρίζει ότι στην Ελληνική δημόσια διοίκηση, σε κάθε εμφανιζόμενη  παθογένεια του διοικητικού συστήματος συστηνόταν  και μία ανεξάρτητη αρχή;

Δεύτερο και σημαντικότερο: Η φιλοσοφία ίδρυσης και λειτουργίας των ανεξάρτητων αρχών προϋποθέτει επιλογή των διοικήσεων τους, μέσω ευρύτερων συναινέσεων σε πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και κοινής αποδοχής. Στην Ελληνική πραγματικότητα αυτό διαστρεβλώθηκε και σε πολλές περιπτώσεις οι  διοικήσεις των ανεξάρτητων αρχών δεν στελεχώνονται  από τους κατά τεκμήριο καταλληλότερους, αλλά αποτελούν  πεδίο αποτύπωσης των όποιων κομματικών – κοινοβουλευτικών  συσχετισμών.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, μέχρι το 2019, είχαμε σε γενικές γραμμές έναν στοιχειώδη σεβασμό από πλευράς των κομμάτων στη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών. Δυστυχώς η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη  επιδεικνύει για μια ακόμη φορά παλαιοκομματική κουτοπόνηρη συμπεριφορά. Στη θεωρία δήθεν στήριξη των ανεξάρτητων  αρχών, στην πράξη απαξίωση και διαρκής προσπάθεια  χειραγώγησής τους.

Το θέμα των ανεξάρτητων αρχών είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και τα ερωτήματα είναι πολλά: Ποια είναι τα όρια των ανεξάρτητων αρχών; Πώς συνδυάζεται  η λειτουργία τους με την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και την δυνατότητα των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων να εφαρμόσουν την πολιτική τους. Πόσες ανεξάρτητες αρχές χρειαζόμαστε; Πώς θα διασφαλίζουμε την πραγματικά ανεξάρτητη  λειτουργία τους;

Από τη ΝΔ του κ. Μητσοτάκη δεν περιμένουμε πολλά. Όμως, οι προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας οφείλουμε να αναδείξουμε τα παραπάνω ζητήματα και να τα συζητήσουμε με νηφαλιότητα, ειλικρίνεια και πολιτική ωριμότητα. Αφορούν στη λειτουργία του Κράτους, αφορούν στην προσπάθεια να απαλλαγούμε από την λογική του «κράτους λάφυρου» για τον εκάστοτε νικητή των εκλογών, αφορούν στην λογική ύπαρξης θεσμικών αντίβαρων και θεσμικής μνήμης, αφορούν στην ίδια τη λειτουργία, τη λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

*Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι Τομεάρχης Εσωτερικών, βουλευτής στη Β1 εκλογική περιφέρεια Βορείου τομέα Αθηνών