Τα Δυτικά Βαλκάνια για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας παρέμεναν εκτός του κοινοτικού οικοδομήματος.
Οι λόγοι είναι πολλοί και περίπλοκοι. Οι εθνικοί διχασμοί και οι εμφύλιοι, η προσπάθεια της εδραίωσης των νέων κρατών και οι διασπαστικές τάσεις τους- η λεγόμενη βαλκανιοποίηση, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το Κοσσυφοπέδιο. Οι πολιτικές ταραχές και οι διαφορές για το όνομα καθυστερούσαν αρκετά το πολιτικό άνοιγμα της Ελλάδας και της ΕΕ εν γένει στα Δυτικά Βαλκάνια. Σε αντίθεση με το οικονομικό περιβάλλον.

Μέχρι προσφάτως η ενταξιακή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ είχε παγώσει για το διάστημα 2014-2017 το Ευρωπαϊκό κενό ήρθε εν μέρει να αντικαταστήσει η Ρωσία και η Τουρκία. Εντούτοις, αυτό το κλίμα άρχισε να ανατρέπεται από το 2017 και μετά.

Γεωγραφικά η Ελλάδα , μέσω της Θεσσαλονίκης ως μεγάλο λιμάνι και προορισμό, αποτελούσε το σημείο αναφοράς για τις βαλκανικές χώρες. Αποτελούσε και αποτελεί τουριστικό και επαγγελματικό προορισμό. Θα συναντήσει κανείς ανθρώπους από τη Σερβία, το Κοσσυφοπέδιο, τη Βόρεια Μακεδονία, την Αλβανία. Η Ευρωπαϊκή Σύνοδος για τα Δυτικά Βαλκάνια που έγινε στο 2003, είχε ως απότοκο τη «Διακήρυξη τα Θεσσαλονίκης»: ένα σημαντικό κείμενο προτάσεων για μεταρρυθμίσεις για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Αποτέλεσε το πρώτο σοβαρό βήμα προσέγγισης των κρατών αυτών με την Ελλάδα, που αναδείχτηκε έτσι ως κράτος με ηγετικό ρόλο στην περιοχή.

Με την Συμφωνία των Πρεσπών- αποκλειστική επιλογή και πράξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ξεκλείδωσε η ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας και κατ’ επέκταση της Αλβανίας. Η πρωτοβουλία αυτή πραγματώθηκε χάρη στις προοδευτικές δυνάμεις, που επέδειξαν αμοιβαίο σεβασμό και αμοιβαία αποδεκτές λύσεις βάσει διεθνούς δικαίου. Αναχαιτίστηκαν έτσι οι μακροχρόνιοι εθνικισμοί εκατέρωθεν. Η συμφωνία της Πρεσπών έγραψε ιστορία και μέσω αυτής, χτίζεται ένα καλύτερο μέλλον για τις δύο χώρες, αλλά και για ολόκληρη την περιοχή.

Η συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ Τσίπρα και Ζάεφ, με τη βοήθεια των Υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών, Ντιμιτρόφ και Κοτζιά, προετοίμασε το έδαφος για την ενδυνάμωση του διαλόγου και της ειρηνικής συνύπαρξης. Εστίασε στην εξεύρεση συγκεκριμένων και ρεαλιστικών λύσεων πάνω σε ένα μακροχρόνιο πρόβλημα που ξεκίνησε επί κυβερνήσεων της ΝΔ και συνεχιζόταν για χρόνια χωρίς ρεαλιστικές προσπάθειες για επίλυση. Με αυτή την ιστορική συμφωνία λοιπόν ενισχύθηκε η περιφερειακή συνεργασία και οι σχέσεις καλής γειτονίας.

Μάλιστα, οι πολιτικές ομάδες στο Ευρωκοινοβούλιο υποδέχθηκαν τότε με ενθουσιασμό τη συμφωνία. Αυτό το είδος πολιτικής συναίνεσης είναι μάλλον σπάνιο στο Ευρωκοινοβούλιο και είναι ενδεικτικό της ιστορικής σημασίας της συμφωνίας. Από αυτή προκύπτουν δύο σαφή συμπεράσματα:

1. Εφόσον υφίσταται η πολιτική βούληση, τα Βαλκάνια θα βρίσκουν λύσεις και θα οικοδομούν γέφυρες συνεργασίας και κατανόησης, πάνω στον αμοιβαίο σεβασμό και τις κοινές προοπτικές για ανάπτυξη.

2. Οι ξενοφοβικές, ακροδεξιές απόψεις δεν πρέπει να έχουν θέση στη σημερινή Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Ο αλυτρωτισμός και ο εθνικισμός μπορούν μόνο να καταστρέψουν τους λαούς, γιατί παράγουν και αναπαράγουν αδιέξοδα.

Το διάστημα μετά την συμφωνία υπήρξε καθοριστικό για την περιοχή, δεδομένου ότι η ΕΕ αποφάσισε, αμέσως μετά, την επίσημη έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση, η οποία θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις μελλοντικές εξελίξεις στην περιοχή. Θα είναι, επίσης, μια απόφαση μεγάλης ευθύνης για την ΕΕ, που θα ενδυναμώσει την αξιοπιστία της και θα διαμορφώσει τον πολιτικό και οικονομικό χάρτη στην περιοχή ενισχύοντας την περιφερειακή και ευρωπαϊκή σταθερότητα.

Παρ’ όλα, αυτά οι δύο προαναφερόμενες χώρες έχουν ακόμη δρόμο μπροστά τους. Η Βόρεια Μακεδονία οφείλει να σέβεται και να εφαρμόζει τη Συμφωνία. Από την άλλη η Αλβανία θα πρέπει να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις ως προς το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας. Το δικαίωμα αυτορποσδιορισμού και η καταγραφή της ιδιοκτησίας αποτελούν τους βασικούς στόχους τους οποίους οφείλει να επιτελέσει, εάν θέλει να διασφαλίσει την ένταξή της στην ΕΕ. Η ελληνοαλβανική συνεργασία και η ενεργή στήριξη της ενταξιακής πορείας της Αλβανίας, είναι και οφείλουν να είναι προτεραιότητες για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Σε αυτά έρχεται να προστεθεί η λογική των καθυστερήσεων, της Νέας Δημοκρατίας να αποφεύγει δηλαδή τις διαπραγματεύσεις με τους γείτονές μας είτε από αδράνεια είτε προκειμένου να μην έχει πολιτικό κόστος στο εσωτερικό της με ενδεχόμενα δυσμενή αποτελέσματα για την Ελλάδα.

Η Ελλάδα για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια άνοιξε φιλικές πολιτικές σχέσεις με τον βόρειο γείτονα. Ουσιαστικά, η Ελλάδα αποτελεί τη γέφυρα των Δυτικών Βαλκανιών με την ΕΕ σήμερα. Δίνει λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα στην περιοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου. Αυτή η πολύ θετική εξέλιξη το 2019 δίνει ουσιαστικά ώθηση στις υπόλοιπες χώρες για την ένταξη τους στην ΕΕ. Κι εμείς ως ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στηρίζουμε στην ένταξη της Σερβίας και της Αλβανίας στην ΕΕ, αρκεί να υπάρξουν μεταρρυθμίσεις υπέρ των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας, αλλά και βάσει των κριτηρίων της Κοπεγχάγης.

Παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις, συνεχίζουν να υπάρχουν εσωτερικά προβλήματα στη Σερβία, την Αλβανία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη σχετικά με συνταγματικά και πολιτικά δικαιώματα και ζητήματα δημοκρατικού ελλείμματος στη διακυβέρνηση. Παρά το πρώτο βήμα προσέγγισης Σερβίας-Κοσσυφοπεδίου, υπάρχουν ακόμη επικίνδυνα ζητήματα αλυτρωτισμού. Πέρα, όμως, από τα παραπάνω, οι χώρες αυτές έχουν και απογοητευτική οικονομική απόδοση σε σχέση με τα κράτη μέλη της ΕΕ. Μεγάλος στόχος τους είναι η διασύνδεσή τους με την δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και η ευρωπαϊκή προοπτική δημιουργούν βάση ελπίδας στην περιοχή. Ωστόσο η ΕΕ αυτή την περίοδο εμφανίζεται διστακτική απέναντι σε μια νέα διεύρυνση, ιδιαίτερα μετά την περίοδο της κρίσης. Ειδικότερα οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων αμφισβητούνται από τον σκληρό πυρήνα των Βρυξελλών. Αυτό προκύπτει από το πολιτικό παρελθόν της περιοχής και τις ευρωπαϊκές συντηρητικές φωνές . Η Ελλάδα μπορεί να βοηθήσει ως παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή και να συνδράμει στην ενταξιακή διαδικασία των Δυτικών Βαλκανίων.

Πάντως για την ΕΕ, που αντιμετωπίζει τα δικά της υπαρκτά δομικά και θεσμικά προβλήματα και ελλείμματα. Μια επιτυχημένη διεύρυνση με την Βόρεια Μακεδονία, την Αλβανία και τη Βοσνία-Εζεγοβίνη, θα σημάνει ότι μπορεί να ενσωματώνει νέες χώρες στις ευρωπαϊκές αρχές ειρήνης, συνεργασίας και καλής γειτονίας. Ιδιαίτερα, αυτή τη δεδομένη στιγμή που η Τουρκία του Ερντογάν κορυφώνει τις επιθετικές ενέργειες και τη ρητορική του μίσους απέναντι στην Ελλάδα και την ΕΕ. Σε αυτό το Βαλκανικό περιβάλλον είναι ουσιαστική η Ευρωπαϊκή προοπτική αυτών των κρατών.

Άλλωστε, η Ελλάδα εδώ και χρόνια έχει ενεργές οικονομικές συνεργασίες με τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων. Επιπλέον, η Διαδικασία Συνεργασίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στην οποία συμμετέχει ενεργά η Ελλάδα από το 1996 και η Διακήρυξη του Ζάγκρεμπ το 2000 αποτελούν ένα σημαντικό όχημα για τη σύγκλιση των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Από το 2008 με την ίδρυση της Γραμματείας Συμβουλίου Περιφερειακής Συνεργασίας με έδρα το Σεράγεβο διαφαίνεται η καθαρή πρόθεση για σύσφιξη των σχέσεων της ΕΕ (και των ΗΠΑ) με τα Δυτικά Βαλκάνια.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε ανακοίνωση της το Μάρτιο του 2020 , έθεσε ξεκάθαρα ως προτεραιότητα της ΕΕ την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων από τα υποψήφια μέλη των Δυτικών Βαλκανίων. Η επίτευξη αξιόπιστης προόδου στον τομέα του κράτους δικαίου παραμένει ένα σημαντικό ζητούμενο, συχνά λόγω της απουσίας πολιτικής βούλησης.

Μια τέτοια σύνδεση με την ΕΕ και με την Ελλάδα ευνοεί την ειρήνη και την συνεργασία σε όλους τους τομείς και στην περιοχή, ενώ απομακρύνει σταδιακά τον τουρκικό κίνδυνο. Μην ξεχνάμε ότι η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έρχεται σε σύγκρουση με το πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ. Στο τέλος, η Τουρκία, με τις νέο-οθωμανικές πολιτικές της επιλογές, θα βρεθεί ως ο απομονωμένος γείτονας που φωνασκεί, ενώ η Ελλάδα θα έχει αναπτύξει μια ισχυρή συμμαχία με τους βόρειους γείτονές της. Κι αυτό σίγουρα θα βοηθήσει την Ελλάδα να αντικρούσει με μεγαλύτερο σθένος και αυτοπεποίθηση τις τουρικές προκλήσεις και διεκδικήσεις.

*Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι τομεάρχης Εσωτερικών, βουλευτής βορείου τομέα στη Β1 εκλογική περιφέρεια Βορείου τομέα Αθηνών