Μαζικές καταγγελίες γυναικών και ανδρών για σεξουαλική παρενόχληση, βιασμούς, σωματική, λεκτική και ψυχολογική βία, στην Ελλάδα, στον αθλητισμό, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση. Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα καταγγελιών από διάσημες γυναίκες και μη εναντίον του παραγωγού Χάρβει Γουάνστιν στις ΗΠΑ, οπότε και το κίνημα  #metoo, που γεννήθηκε το 2006,  η αναγκαιότητα κάθαρσης από τέτοιες κακοποιητικές συμπεριφορές φαίνεται να διεκδικεί δυναμικά το χώρο της και στην Ελλάδα. Έδωσε το θάρρος σε πολλές γυναίκες να καταγγείλουν επώνυμα τον φερόμενο θύτη τους.

Με πρώτη τη Σοφία Μπεκατώρου, ακολούθησαν κι άλλες γυναίκες και άνδρες από διάφορους επαγγελματικούς και ακαδημαϊκούς χώρους, όπως η Ζέτα Δούκα, η Ελένη Δροσάκη, η Τζένη Μπότση, ο Κώστας Αρζόγλου, η Λυδία Σέρβου, ο Στέργιος Λυμπέρης, ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης, οι φοιτήτριες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η εντεκάχρονη αθλήτρια και άλλοι. Ένα κύμα συμπαράστασης ήρθε από το χώρο της πολιτικής και της κοινωνίας .Αυτό φτάνει;

 Κι ενώ οι New York Times αφιερώνουν πληθώρα άρθρων για την επόμενη μέρα του κινήματος #metoo, και σε χώρες, όπως η Ινδία και το Περού βγαίνουν στους δρόμους και διαδηλώνουν κατά της κακοποίησης, στην εγχώρια δημόσια σφαίρα υπάρχουν κάποιοι που ρωτάνε τα θύματα γιατί βγήκαν τώρα να μιλήσουν και θέτoυν εκ του πονηρού προβληματισμούς περί ποινικοποίησης του φλερτ (sic). Τούτα λέγονται δίχως αιδώ τη στιγμή που σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας μία στις τρεις γυναίκες δέχεται κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης παγκοσμίως στη διάρκεια της ζωής τους.

 Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κακοποίηση κατά των γυναικών είναι ένα σοβαρό διακοινοτικό ζήτημα και εκδηλώνεται με διάφορες μορφές. Βάσει έρευνας που πραγματοποίησε το Κέντρο Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας το 2020, πάνω από το 50% των εργαζομένων που ερωτήθηκαν έχουν δεχτεί σεξουαλική παρενόχληση και κάποια μορφή βίας στο χώρο εργασίας τους. Εκεί οι καταγγελίες είναι δύσκολες τα θύματα δεν είναι «επώνυμα» ούτε οι θύτες.

Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η ελληνική κοινωνία έχει έρθει και στο παρελθόν αντιμέτωπη με εγκλήματα και κακοποιήσεις γυναικών, όπως η περιβόητη υπόθεση Τοπαλούδη, η δολοφονία της Σούζαν Ίτον, η επίθεση στη Μυρτώ. Σίγουρα δεν είναι καινούργιο φαινόμενο οι καταγγελίες γυναικών και ανδρών για παραβιαστικές συμπεριφορές.

Τώρα περισσότερο από ποτέ ήρθε η ώρα τα θύματα να σπάσουν τον κύκλο της σιωπής και να εξυγιανθούν οι επαγγελματικοί κι όχι μόνο χώροι από τα φαινόμενα της παρενόχλησης, της ανοχής αλλά κι ενός ανατροφοδοτούμενου κύκλου αδιεξόδων, βίας και κακοποίησης.  Η δημοσιοποίηση και η καταγγελία είναι το πρώτο βήμα. Το επόμενο βήμα είναι η θεσμική προστασία των θυμάτων.

Αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα, το Σύνταγμα προστατεύει θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, εντούτοις είναι γενικό, ενώ υπάρχει και το νομικό οπλοστάσιο κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης, αλλά το πρόβλημα έγγειται στην εφαρμογή του και στις ποινές. Οι φορείς προώθησης της έμφυλης ισότητας, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη στον αντίστοιχο τομέα, το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, οι δημοτικές επιτροπές ισότητας, η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (που επί τωρινής κυβέρνησης μετονομάστηκε σε Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων συντηρητικοποιώντας και συμβολικά και ουσιαστικά την ατζέντα της Γραμματείας), η γραμμή υποστήριξης 15900, λειτουργούν μεν ως αποδέκτες καταγγελιών και έρευνας σε θέματα έμφυλης ισότητας, όμως παρουσιάζουν ελλείμματα στην προστασία και υποστήριξη των θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας.

Θα πρέπει να εισηγηθεί μια δυναμική μεταρρύθμιση με θετικά μέτρα ισότητας. Οι κρατικοί φορείς οφείλουν να αναλάβουν δυναμικό ρόλο στην προστασία και υποστήριξη των καταγγελουσών και των καταγγελόντων και να εξειδικευτούν σε ζητήματα αντιμετώπισης καταγγελιών σεξουαλικής βίας λαμβάνοντας υπόψιν τα στοιχεία για τη σεξουαλική κακοποίηση που παρέχει ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Κρίσιμη είναι και η προώθηση εκστρατειών για την ευαισθητοποίηση στα θέματα κακοποίησης και η ενσωμάτωση καλών πρακτικών των υπόλοιπων κρατών μελών όσον αφορά στην αντιμετώπιση και απόδοσης δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, οι δομές υποστήριξης πρέπει να ενισχυθούν με επιπλέον πόρους και να υπάρξει μεταξύ τους συνεργασία, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες υποδοχής καταγγελιών οφείλουν να διαθέτουν τη γνώση και τα μέσα για την αποτελεσματική αρωγή στις καταγγέλουσες και τους καταγγέλοντες.

Η συζήτηση πρέπει να ανοίξει παντού, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε όλους τους χώρους της οργανωμένης κοινωνικής ζωής. Με κέντρα ενημέρωσης στους δήμους και τις περιφέρειες, με καμπάνιες ενημέρωσης των πολιτών, με επιστημονική τεκμηρίωση και ενημέρωση και όχι στο επίπεδο του κίτρινου τηλεκουτσομπολιού.

*Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι τομεάρχης Εσωτερικών, βουλευτής στη Β1 εκλογική περιφέρεια βορείου τομέα Αθηνών