Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας από μουσείο και μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς σε τζαμί, έπειτα από απόφαση της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας, σηματοδοτεί στροφή σε πρακτικές και λογικές περασμένων αιώνων, ακραία οπισθοδρομικών και αναχρονιστικών, προκαλεί πλήγμα στον διαθρησκευτικό διάλογο και προσβάλλει τη συλλογική και ιστορική μνήμη.

Η Αγιά Σοφιά, κτισμένη τον 6ο αιώνα, αποτελεί ένα θαύμα της αρχιτεκτονικής, ένα κορυφαίο μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς συνυφασμένο με την ανάπτυξη διαφορετικών πολιτισμών στο πέρασμα των αιώνων. Η απόφαση μετατροπής της από μουσείο σε ισλαμικό τέμενος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κοσμικότητα της τουρκικής δημοκρατίας και καθιστά τη χώρα αρνητή του ρόλου της ως θεματοφύλακα της παράδοσης και σημασίας αυτού του ιστορικού μνημείου.
Η έλλειψη ευαισθησίας σε θέματα θρησκείας και πολιτισμού είναι ικανή να διαταράξει την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, να οξύνει διμερείς και πολυμερείς σχέσεις, να προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς και διαθρησκευτικές εντάσεις σε διεθνή κλίμακα.
Είναι θλιβερό ένα τέτοιο μνημείο να γίνεται «εργαλείο» πολιτικής και να χρησιμοποιείται ως «διαπραγματευτικό όπλο» για τις όποιες επιδιώξεις της τουρκικής ηγεσίας στο εσωτερικό και εξωτερικό μέτωπο. Όλες οι δημοκρατικές πολιτικές ηγεσίες, οι περιφερειακοί και διεθνείς οργανισμοί, κυβερνήσεις, συνάδελφοι βουλευτές, αλλά και η κοινωνία των πολιτών εντός και εκτός Τουρκίας, πρέπει να κινητοποιηθούν, να πιέσουν την τουρκική κυβέρνηση να αλλάξει την απόφασή της και να αποκατασταθεί η μνήμη και ιστορία της Αγιάς Σοφιάς.
Εάν ο πολιτισμός και τα ιστορικά μνημεία χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν από τις εκάστοτε από τις ηγεσίες για πολιτικά ή άλλα οφέλη, δεν θα μείνει πια τίποτα που να διατηρεί ζωντανή την ιστορική μνήμη, τον παγκόσμιο πολιτισμό και την ιστορία των λαών. Και τότε, θα βρεθούμε όλοι μας χωρίς μνήμη, χωρίς Ιστορία, χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον.