Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει βήματα προς πίσω, κάτι που επαληθεύεται σε όλους τους τομείς. Στην οικονομία, παρά το γεγονός ότι «τρώει από τα έτοιμα» της κυβέρνησης Τσίπρα και βλέπει τη δημοσιονομική απόδοση του πρώτου εξαμήνου του 2019 να παραμένει σταθερά σε θετική κατεύθυνση, δεν συνεχίζει την πολιτική διεκδίκησης χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, κάτι που θα έδινε ανάσα και δημοσιονομικό χώρο στην οικονομία και στην αγορά. 

Οι επισκέψεις του Κυριάκου Μητσοτάκη σε Βερολίνο και Παρίσι δεν παρήγαγαν καμία ουσιαστική, θετική είδηση για την ελληνική οικονομία, αντίθετα ήταν βαρετές έως αφόρητα εθιμοτυπικές, με τον Έλληνα Πρωθυπουργό να μιλά για «ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας». Για ποια ανάκτηση της αξιοπιστίας μιλά; Εάν κάποια κυβέρνηση είχε χάσει πλήρως την αξιοπιστία της, αυτή ήταν η κυβέρνηση Σαμαρά, που άφησε την οικονομία σε μαύρο χάλι, με ένα πρόγραμμα ημιτελές, χωρίς καμία προοπτική για τον τόπο, φορτώνοντας τα βάρη στη κυβέρνηση Τσίπρα. Η χώρα ανέκτησε την αξιοπιστία της την τετραετία 2015-2019, περίοδο κατά την οποία βελτιώθηκαν οι κοινωνικοί και οικονομικοί δείκτες, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να βγάζει τη χώρα με ασφάλεια από τα μνημόνια και τη χρεοκοπία.   

Η νέα κυβέρνηση ΝΔ ήδη δαπανά σημαντικό μέρος του πολιτικού της κεφαλαίου ασκώντας μιας πολιτική, ανατρέποντας όλες τις προεκλογικές τις δεσμεύσεις περί «αριστείας» και «αξιοκρατίας», εμμένοντας σε πολιτικές που κινούνται, εάν δεν αμφισβητούν, τα όρια της συνταγματικότητας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η αθέμιτη παρέμβαση στην ανεξαρτησία της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ο ευτελισμός της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και η απαξίωση του έργου και του θεσμού του Κοινοβουλίου με προκλητικές και αντεργατικές τροπολογίες της τελευταίας στιγμής. 

Οι θεσμικές ακροβασίες επεκτείνονται και σε ευαίσθητα θέματα εθνικής ασφάλειας, όπως η διαδικασία που ακολουθήθηκε µε τον νέο διοικητή της ΕΥΠ. Η εµµονή να αλλάξει και να προσαρµοστεί ο νόµος στα µέτρα ενός ανθρώπου δείχνει πόσο υποκριτικά και πόσο εύκολα στη Ν∆ µιλούσαν προεκλογικά για την αριστεία και πώς µετεκλογικά αλλάζουν τους νόµους για να χωρέσουν τους εκλεκτούς του κ. Μητσοτάκη. Ανάλογη μεθόδευση φαίνεται να επιχειρείται και στο ζήτημα του εκλογικού νόμου. Είναι τουλάχιστον παράξενο για μια κυβέρνηση 50 ημερών να δείχνει τέτοια βιασύνη για αλλαγή του εκλογικού νόμου και επαναφορά (;) του προηγούμενου εκτρωματικού συστήματος. 

Το κεντρικό συμπέρασμα είναι πως η ΝΔ δεν θέλει να εκδημοκρατισθεί περαιτέρω το κοινοβουλευτικό μας σύστημα, δεν στηρίζει προοδευτικές προτάσεις στη συνταγματική αναθεώρηση, αναζητεί συνεχώς προσκόμματα σε όσα θετικά προχώρησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και δείχνει να μην την ενδιαφέρει τόσο η ομαλή συνέχεια του κρατικού μηχανισμού, όπως συμβαίνει σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη, όσο και η διατήρηση των κεκτημένων που παρέλαβε. Η κυβέρνηση αυτή έχει «ταβάνι».

*Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι βουλευτής στο Βόρειο Τομέα της Β Αθηνών.