Έχει δικαίωμα ο κάθε πολίτης, που δεν είναι συνταγματολόγος, να έχει λόγο και γνώμη πάνω στο Σύνταγμα της Ελλάδος; Είναι το Σύνταγμα και πολιτικό κείμενο ή αποτελεί μόνο ένα αυστηρό, νομικό κείμενο χωρίς δυναμική;

Νομίζω πως οι απαντήσεις είναι εύκολες. Ναι, όλοι έχουν δικαίωμα να έχουν γνώμη για το Σύνταγμα και ως πολίτες έχουν και υποχρέωση να έχουν γνώμη, εφόσον το έχουν διαβάσει και κατανοήσει. Και ναι, επίσης, το Σύνταγμα είναι πρωτίστως και πολιτικό κείμενο, αφού πέρα από το ότι αποτελεί τον «θεμελιώδη νόμο επάνω στον οποίο βασίζεται η διαμόρφωση ολόκληρης της νομοθεσίας της Ελλάδας όσον αφορά τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του πολίτη», ορίζει την μορφή του πολιτεύματος, το θεμέλιο του πολιτεύματος και την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας.

Η χώρα ετοιμάζεται να βγει από μια κρίση. Τη χειρότερη κρίση μετά την μεταπολίτευση. Μπροστά μας βρίσκονται πολλές προκλήσεις και αλλαγές. Η Ελλάδα, δεν είναι σήμερα όπως την ξέραμε μέχρι το 2010, είναι πολύ διαφορετική.

Οι κύριες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, σύμφωνα με δικές τους δηλώσεις, προτάσσουν την ανάγκη να αλλάξει και να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα. Επίσης, σύμφωνα με τις προγραμματικές τους διακηρύξεις, πολλές από τις αλλαγές που προτείνονται είναι κοινές, όπως αυτή π.χ. του Νόμου Περί Ευθύνης Υπουργών.

Τι χρειάζεται λοιπόν για να αλλάξει το Σύνταγμα;

Για να αλλάξει και να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, σήμερα, χρειάζεται η συμφωνία των κύριων πολιτικών δυνάμεων, ώστε να γίνουν οι αλλαγές, αύριο. Αυτή η τόσο απλή και τόσο διαφανής συζήτηση είχε τεθεί επί τάπητος, έως ότου η Φώφη Γεννηματά έστειλε την επιστολή-πρόταση προς τον Πρωθυπουργό και τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, καλώντας τα να συμφωνήσουν στο ότι η επόμενη Βουλή θα είναι αναθεωρητική. Και ξαφνικά, ο κ. Μητσοτάκης ανακάλυψε πως δεν είναι τώρα η «κατάλληλη ώρα», ενώ ο κ. Βενιζέλος σε αντίθεση με το κόμμα του οποίου ως χθες ήταν αρχηγός, ανακάλυψε και αυτός, ότι δεν μπορεί να γίνει καμιά πολιτική συζήτηση, γιατί το «πολιτικό» περιβάλλον είναι «τοξικό» δηλαδή, κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αντιθέτως, ο Πρωθυπουργός όχι μόνο αποδέχθηκε την πρόταση, αλλά μίλησε και για την πολιτική ουσία του Συντάγματος. Για την προοδευτική κατεύθυνση που πρέπει να έχουν οι αλλαγές στο νέο Σύνταγμα και τον πολιτικό διάλογο που είναι απαραίτητος προκειμένου να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, διακρίνονται δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, τις δυνάμεις που μιλούν και σκέπτονται για την επιστροφή της χώρας σε κανονικότητα, σε συνθήκες ωρίμανσης της δημοκρατίας και των θεσμών της και από την άλλη, τις δυνάμεις που επιμένουν και χρειάζονται την εποπτεία, τα μνημόνια και την οικονομική και πολιτική αστάθεια, για να υπάρχουν. Σε αυτές τις δυνάμεις που βολεύονται και βολεύονταν με την κρίση, σε αυτές τις δυνάμεις που με τις πολιτικές τους δημιούργησαν την κρίση.

Αυτό στο οποίο δεν μας απαντούν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις είναι, πότε και υπό ποιες συνθήκες θεωρούν ότι θα είναι η κατάλληλη ώρα να συζητήσουμε για την αναθεώρηση του συντάγματος.

Υπάρχει ή ενδέχεται να υπάρξει στο μέλλον, «κενός» πολιτικός χρόνος ο οποίος θα είναι κατάλληλος ή καταλληλότερος γι’ αυτήν τη συζήτηση; Και πώς ο χρόνος αυτός μπορεί να προβλεφθεί ή να προσδιοριστεί; Τι φαίνεται λοιπόν καθαρά σε αυτή τη στάση;

Είναι εμφανές ότι, στην πραγματικότητα, οι δυνάμεις που επιδιώκουν την καθυστέρηση αυτής της τόσο σοβαρής συζήτησης, στο μόνο που μπορούν να επενδύσουν είναι στο να εξαντλήσουν τον χρόνο, ελπίζοντας ότι θα βρεθούν καταλληλότερες συνθήκες, ώστε οι όποιες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις να είναι στα μέτρα τους, αδιαφορώντας πλήρως για τις ανάγκες της χώρας, των θεσμών της και των πολιτών. Γιατί γνωρίζουν, έστω και αν δεν το λένε καθαρά, ότι με την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα, τα πολιτικά αντανακλαστικά των πολιτών και οι διαχωριστικές ιδεολογικές γραμμές, θα επιστρέψουν και αυτά με τη σειρά τους σε μια κανονικότητα, και άρα θα αποτελούν ένα μειοψηφικό ρεύμα στην Ελληνική κοινωνία.

Για τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου από την άλλη, για τις πολιτικές δυνάμεις δηλαδή που θέλουν και επιδιώκουν προοδευτικές αλλαγές στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ανοίγεται μπροστά τους μία σημαντική ευκαιρία ειλικρινούς και οργανωμένου διαλόγου, που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση και για άλλη μία φορά να χαθεί για λόγους μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, προσωπικών επιδιώξεων και για λόγους έλλειψης πολιτικής διορατικότητας.

Πηγή: insider.gr